σημάδιον

τὸ, ΜΑ
βλ. σημάδι.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σημάδιον — ensign neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημαδίοις — σημάδιον ensign neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάδια — σημάδιον ensign neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σημάδι — το / σημάδιον, ΝΜΑ νεοελλ. 1. σημείο, σήμα, ένδειξη (α. «έβαλα σημάδι για να θυμάμαι το μέρος» β. «κι ό,τι σημάδι θέλω δει να σού τό πω και σένα», Ερωτόκρ.) 2. στόχος για βολή, σκοπόσημο («δεν βλέπω καθαρά το σημάδι») 3. σωματικό γνώρισμα («πες… …   Dictionary of Greek

  • σημαδάριος — ὁ, Μ χρηματιστής ή τραπεζίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < σημάδιον «ενέχυρο» + κατάλ. άριος (< λατ. κατάλ. arius), πρβλ. σιλεντι άριος] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.